Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bona fide
Παραδείγματα
The historian provided bona fide evidence to support his groundbreaking theory.
Ο ιστορικός παρείχε bona fide αποδεικτικά στοιχεία για να υποστηρίξει τη θεωρία του που έσπασε τα όρια.
02
γνήσιος, ειλικρινής
honest and without having deceit
Παραδείγματα
The bona fide customer service representative went above and beyond to solve the issue with honesty.
Ο bona fide εκπρόσωπος εξυπηρέτησης πελατών πήγε πέρα από τα απαραίτητα για να λύσει το πρόβλημα με ειλικρίνεια.



























