bona fide
bo
ˈboʊ
μπου
na
να
fide
faɪd
φαιντ
British pronunciation
/bˈəʊnə fˈaɪd/

Ορισμός και σημασία του "bona fide"στα αγγλικά

01

γνήσιος, αυθεντικός

genuine and not fake
example
Παραδείγματα
The historian provided bona fide evidence to support his groundbreaking theory.
Ο ιστορικός παρείχε bona fide αποδεικτικά στοιχεία για να υποστηρίξει τη θεωρία του που έσπασε τα όρια.
02

γνήσιος, ειλικρινής

honest and without having deceit
example
Παραδείγματα
The bona fide customer service representative went above and beyond to solve the issue with honesty.
Ο bona fide εκπρόσωπος εξυπηρέτησης πελατών πήγε πέρα από τα απαραίτητα για να λύσει το πρόβλημα με ειλικρίνεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store