bonbon
bon
ˈbɒn
bon
bon
bɒn
bon

Ορισμός και σημασία του "bonbon"στα αγγλικά

01

μπομπονιέρα

a sweet with a nut, etc. inside covered in chocolate 
bonbon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bonbons

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store