Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Washing line
01
σχοινί για στέγνωμα ρούχων, στεγνωτήριο ρούχων
an outdoor cord or rope used for air-drying clothes by hanging them for drying in the open air and sunlight
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
washing lines



























