washing-up
wa
ˈwɒ
vo
shing
ʃɪng
shing
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "washing-up"στα αγγλικά

01

πλύσιμο πιάτων, καθάρισμα των πιάτων

the activity of washing the dishes, glasses, etc. particularly after a meal 
Dialectbritish flagBritish
washing-up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After dinner, the washing-up took longer than expected because of the large number of plates and utensils. 

Μετά το δείπνο, το πλύσιμο των πιάτων διήρκησε περισσότερο από ό,τι αναμέναμε λόγω του μεγάλου αριθμού πιάτων και σκευών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store