Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Washing
01
πλύσιμο, μπάνιο
the act of cleaning oneself, clothes, or other items using water and soap or other cleaning substances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She finished the washing before breakfast.
Τελείωσε το πλύσιμο πριν από το πρωινό.
02
ρούχα για πλύσιμο, πλύση
garments or white goods that can be cleaned by laundering
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
washing
wash



























