Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overplay one's hand
01
το παράκανε από σιγουριά, υπερεκτίμησε τη θέση του
to fail to achieve success by having too much confidence in one's ability or position
disapproving
idiom
Παραδείγματα
They overplayed their hand by assuming the voters had no other option.
Υπερεκτίμησαν τη θέση τους θεωρώντας ότι οι ψηφοφόροι δεν είχαν άλλη επιλογή.



























