Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incrementally
01
σταδιακά, προοδευτικά
with small changes or additions happening gradually over time
Παραδείγματα
The cost of living has risen incrementally over the years.
Το κόστος ζωής έχει αυξηθεί σταδιακά με τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
incrementally
incremental
increment



























