bogey
bo
ˈboʊ
μπου
gey
gi
γκι
/bˈə‍ʊɡi/

Ορισμός και σημασία του "bogey"στα αγγλικά

to bogey
01

κάνω ένα μπόγκι, καταγράφω ένα μπόγκι

to shoot in one stroke over par
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bogey
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogeys
ενεστώτα μετοχή
bogeying
απλός αόριστος
bogeyed
παθητική μετοχή
bogeyed
01

κακό πνεύμα, δαίμονας

an evil spirit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bogeys
02

απροσδιόριστο αεροσκάφος, bogey

an unidentified (and possibly enemy) aircraft
03

μπόγκι, μία κάρδα πάνω από το πάρ

a score of one stroke over par on a hole in golf
Παραδείγματα
He finished the round with a bogey on the 18th hole.
Τερμάτισε τον γύρο με ένα μπόγκι στην 18η τρύπα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store