to bogey
bo
ˈbəʊ
bew
gey
gi
gi
boneyboggy

Ορισμός και σημασία του "bogey"στα αγγλικά

to bogey
01

κάνω ένα μπόγκι, καταγράφω ένα μπόγκι

to shoot in one stroke over par 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bogey
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogeys
ενεστώτα μετοχή
bogeying
απλός αόριστος
bogeyed
παθητική μετοχή
bogeyed
01

κακό πνεύμα, δαίμονας

an evil spirit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bogeys
02

απροσδιόριστο αεροσκάφος, bogey

an unidentified (and possibly enemy) aircraft 
03

μπόγκι, μία κάρδα πάνω από το πάρ

a score of one stroke over par on a hole in golf 
Παραδείγματα
He made a bogey on the third hole. 

Έκανε ένα μπόγκι στο τρίτο τρύπα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store