Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to proceed from
[phrase form: proceed]
01
προέρχομαι από, πηγάζω από
to arise from or be caused by something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
proceed
ενεστώτας
proceed from
γ΄ ενικό πρόσωπο
proceeds from
ενεστώτα μετοχή
proceeding from
απλός αόριστος
proceeded from
παθητική μετοχή
proceeded from
Παραδείγματα
Her sadness seems to proceed from the recent loss of her pet.
Η θλίψη της φαίνεται να προέρχεται από την πρόσφατη απώλεια του κατοικίδιου ζώου της.



























