Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to level up
[phrase form: level]
01
βελτιώνω, ανεβάζω το επίπεδο
to improve or raise something to a higher standard or level
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
level
ενεστώτας
level up
γ΄ ενικό πρόσωπο
levels up
ενεστώτα μετοχή
leveling up
απλός αόριστος
leveled up
παθητική μετοχή
leveled up
Παραδείγματα
The community is determined to level up its infrastructure by investing in new technologies and improving public amenities.
Η κοινότητα είναι αποφασισμένη να βελτιώσει τις υποδομές της επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες και βελτιώνοντας τις δημόσιες εγκαταστάσεις.
02
ανεβαίνω επίπεδο, προχωρώ στο επόμενο επίπεδο
(of a player's character) to advance to the next level in terms of strength, ability, etc.
Παραδείγματα
The thief leveled up after mastering the art of pickpocketing, becoming more adept at stealing valuable items undetected.
Ο κλέφτης ανέβηκε επίπεδο αφού κατάκτησε την τέχνη της τσέπης, γίνοντας πιο επιδέξιος στην κλοπή πολύτιμων αντικειμένων χωρίς να ανακαλυφθεί.



























