weathering
Pronunciation
/ˈwɛðɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "weathering"στα αγγλικά

01

αποσάθρωση, διάβρωση

the effect of sunlight, wind, or rain, on rocks that makes them change color or appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The scientists studied the effects of weathering on different types of rock in the region.
Οι επιστήμονες μελέτησαν τις επιπτώσεις της αποσάθρωσης σε διαφορετικούς τύπους βράχων στην περιοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store