Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weathering
01
αποσάθρωση, διάβρωση
the effect of sunlight, wind, or rain, on rocks that makes them change color or appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The old building showed signs of weathering, with crumbling bricks and faded paint.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
weathering
weather



























