Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weathervane
01
ανεμοδείκτης, δείκτης κατεύθυνσης ανέμου
a metal object attached to the top of a building in order to indicate the wind direction by turning toward or pointing its direction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weathervanes
Παραδείγματα
The weathervane on top of the barn spun wildly during the storm.
Ο ανεμοδείκτης στην κορυφή του αχυρώνα περιστρέφεται άγρια κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Λεξικό Δέντρο
weathervane
weather
vane



























