Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buckle up
01
δένω, ασφαλίζω
to securely fasten something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
buckle
ενεστώτας
buckle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
buckles up
ενεστώτα μετοχή
buckling up
απλός αόριστος
buckled up
παθητική μετοχή
buckled up
02
δένω τη ζώνη ασφαλείας, φτιάχνω τη ζώνη ασφαλείας
to attach the seat belt around oneself
buckle up
01
Δέστε τις ζώνες σας, Ετοιμαστείτε
used to advise someone to prepare for a potentially challenging or turbulent situation



























