Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snap out of
[phrase form: snap]
01
συγκεντρώνομαι, βγαίνω από
to regain control of oneself after being in a bad mood or emotional state
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out of
βασικό ρήμα
snap
ενεστώτας
snap out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
snaps out of
ενεστώτα μετοχή
snapping out of
απλός αόριστος
snapped out of
παθητική μετοχή
snapped out of
Παραδείγματα
The support of his friends and family helped him snap out of his grief after a painful loss and begin the healing process.
Η υποστήριξη των φίλων και της οικογένειάς του τον βοήθησε να ξεπερνά το πένθος μετά από μια οδυνηρή απώλεια και να ξεκινήσει τη διαδικασία επούλωσης.



























