Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snap out of
01
συγκεντρώνομαι, βγαίνω από
to regain control of oneself after being in a bad mood or emotional state
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out of
βασικό ρήμα
snap
ενεστώτας
snap out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
snaps out of
ενεστώτα μετοχή
snapping out of
απλός αόριστος
snapped out of
παθητική μετοχή
snapped out of
Παραδείγματα
He was angry for hours, but he finally snapped out of it.
Μετά από εβδομάδες αισθήματος κατάθλιψης, αποφάσισε ότι ήταν ώρα να βγει από την κατάθλιψή της και να ζητήσει βοήθεια.



























