Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to share out
[phrase form: share]
01
διανέμω, μοιράζω
to divide and allocate a resource, task, or item among individuals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
share
ενεστώτας
share out
γ΄ ενικό πρόσωπο
shares out
ενεστώτα μετοχή
sharing out
απλός αόριστος
shared out
παθητική μετοχή
shared out
Παραδείγματα
The charity 's goal is to share out the donations to reach as many beneficiaries as possible.
Ο στόχος της φιλανθρωπικής οργάνωσης είναι να μοιράσει τις δωρεές για να φτάσει στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό δικαιούχων.



























