Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seize up
01
πιασάρει, κολλάει
(of a machine or system) to stop working because its parts have become stuck or jammed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
seize
ενεστώτας
seize up
γ΄ ενικό πρόσωπο
seizes up
ενεστώτα μετοχή
seizing up
απλός αόριστος
seized up
παθητική μετοχή
seized up
Παραδείγματα
The machine in the factory seized up, halting production for hours.
Η μηχανή στο εργοστάσιο κόλλησε, διακόπτοντας την παραγωγή για ώρες.
02
σκληραίνω, παραλύω
to become stiff or immobile, typically referring to a part of the body
Παραδείγματα
After sitting for hours, his legs seized up, making it difficult to stand.
Αφού κάθισε για ώρες, τα πόδια του πήξαν, κάνοντας δύσκολο το να σταθεί.



























