Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seismograph
01
σεισμογράφος, σεισμόμετρο
a scientific instrument used to detect and measure the intensity and duration of seismic waves caused by earthquakes or other seismic events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seismographs
Παραδείγματα
The seismograph recorded the tremors caused by the earthquake, providing valuable data to seismologists.
Ο σεισμογράφος κατέγραψε τους δονισμούς που προκλήθηκαν από τον σεισμό, παρέχοντας πολύτιμα δεδομένα στους σεισμολόγους.



























