Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to engage in
[phrase form: engage]
01
συμμετέχω σε, εμπλέκομαι σε
to participate in or become involved in a particular activity, conversation, etc.
Transitive: to engage in an activity or discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
engage
ενεστώτας
engage in
γ΄ ενικό πρόσωπο
engages in
ενεστώτα μετοχή
engaging in
απλός αόριστος
engaged in
παθητική μετοχή
engaged in
Παραδείγματα
Athletes often engage in rigorous training sessions to improve their performance.
Οι αθλητές συχνά συμμετέχουν σε αυστηρές προπονητικές συνεδρίες για να βελτιώσουν την απόδοσή τους.



























