Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confide in
01
εμπιστεύομαι, εξομολογούμαι
to trust someone with personal and private information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
confide
ενεστώτας
confide in
γ΄ ενικό πρόσωπο
confides in
ενεστώτα μετοχή
confiding in
απλός αόριστος
confided in
παθητική μετοχή
confided in
Παραδείγματα
After the breakup, she needed someone to confide in, so she turned to her closest friend.
Μετά το χωρισμό, χρειαζόταν κάποιον να εμπιστευτεί, γι' αυτό στράφηκε στον πιο κοντινό της φίλο.



























