to confide in
Pronunciation
/kənfˈaɪd ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "confide in"στα αγγλικά

to confide in
[phrase form: confide]
01

εμπιστεύομαι, εξομολογούμαι

to trust someone with personal and private information
to confide in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
confide
ενεστώτας
confide in
γ΄ ενικό πρόσωπο
confides in
ενεστώτα μετοχή
confiding in
απλός αόριστος
confided in
παθητική μετοχή
confided in
Παραδείγματα
The counselor assured the student that they could confide in her about any concerns or issues.
Ο σύμβουλος διαβεβαίωσε τον μαθητή ότι μπορούσε να εμπιστευτεί σε αυτήν για οποιαδήποτε ανησυχία ή ζήτημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store