Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coast along
01
προχωρώ χωρίς προσπάθεια, προοδεύω εύκολα
to make progress with little effort, often by taking advantage of existing favorable circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
coast
ενεστώτας
coast along
γ΄ ενικό πρόσωπο
coasts along
ενεστώτα μετοχή
coasting along
απλός αόριστος
coasted along
παθητική μετοχή
coasted along
Παραδείγματα
She's been coasting along smoothly in her job without encountering any major challenges.
Αυτή προχωράει ομαλά στη δουλειά της χωρίς να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις.



























