to burst with
burst
bɜ:st
bēst
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "burst with"στα αγγλικά

to burst with
01

ξεπερνώ από, είναι γεμάτο με

to be full of something 
to burst with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
burst
ενεστώτας
burst with
γ΄ ενικό πρόσωπο
bursts with
ενεστώτα μετοχή
bursting with
απλός αόριστος
burst with
παθητική μετοχή
burst with
Παραδείγματα
After the harvest, the barn was bursting with fresh produce. 

Μετά τη συγκομιδή, η αχυρώνας ξέχειλε από φρέσκα προϊόντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store