burst with
burst
bɜ:st
μπερστ
with
wɪð
ουιδ
/bˈɜːst wɪð/

Ορισμός και σημασία του "burst with"στα αγγλικά

to burst with
[phrase form: burst]
01

ξεπερνώ από, είναι γεμάτο με

to be full of something
to burst with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
burst
ενεστώτας
burst with
γ΄ ενικό πρόσωπο
bursts with
ενεστώτα μετοχή
bursting with
απλός αόριστος
burst with
παθητική μετοχή
burst with
Παραδείγματα
The festival was bursting with a variety of delicious food.
Το φεστιβάλ ήταν γεμάτο με μια ποικιλία νόστιμων φαγητών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store