Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burst with
01
ξεπερνώ από, είναι γεμάτο με
to be full of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
burst
ενεστώτας
burst with
γ΄ ενικό πρόσωπο
bursts with
ενεστώτα μετοχή
bursting with
απλός αόριστος
burst with
παθητική μετοχή
burst with
Παραδείγματα
The festival was bursting with a variety of delicious food.
Το φεστιβάλ ήταν γεμάτο με μια ποικιλία νόστιμων φαγητών.



























