burying
bu
ˈbɛ
μπε
rying
riɪng
ριινγκ
/bˈɛɹɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "burying"στα αγγλικά

01

θάψιμο, καταχώριση

concealing something under the ground
burying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store