Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to splash out
01
ξοδεύω ασύστολα, σπαταλώ
to spend a lot of money on fancy or unnecessary things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
splash
ενεστώτας
splash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
splashes out
ενεστώτα μετοχή
splashing out
απλός αόριστος
splashed out
παθητική μετοχή
splashed out
Παραδείγματα
After completing a challenging project, the team decided to splash out on a spa day to relax and rejuvenate.
Μετά την ολοκλήρωση μιας απαιτητικής εργασίας, η ομάδα αποφάσισε να ξοδέψει πολλά χρήματα για μια μέρα στο σπα για να χαλαρώσει και να αναζωογονηθεί.



























