to slave away
slave
sleɪv
sleiv
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "slave away"στα αγγλικά

to slave away
01

δουλεύω σκληρά, δουλεύω σαν σκλάβος

to work hard and persistently for a long time to get a job done or reach a goal 
to slave away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
slave
ενεστώτας
slave away
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaves away
ενεστώτα μετοχή
slaving away
απλός αόριστος
slaved away
παθητική μετοχή
slaved away
Παραδείγματα
The dedicated team slaved away on the new software development until the early hours of the morning. 

Η αφοσιωμένη ομάδα δούλεψε σκληρά για την ανάπτυξη του νέου λογισμικού μέχρι τις πρώτες ώρες του πρωινού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store