Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slaver
01
σταλάζω σάλιο, βγάζω σάλια
to let saliva flow uncontrollably from the mouth, often due to excitement or hunger
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slaver
γ΄ ενικό πρόσωπο
slavers
ενεστώτα μετοχή
slavering
απλός αόριστος
slavered
παθητική μετοχή
slavered
Παραδείγματα
The thought of the upcoming feast made the children slaver with anticipation.
Η σκέψη του επερχόμενου γεύματος έκανε τα παιδιά να σαλιαρίζουν από προσμονή.
Slaver
01
δουλεμπόρος, σκλαβοπάζαρος
a person engaged in slave trade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slavers
02
δουλέμπορος, ιδιοκτήτης δούλων
someone who holds slaves



























