slaver
sla
ˈsleɪ
σλει
ver
vər
βαρ
/slˈeɪvə/

Ορισμός και σημασία του "slaver"στα αγγλικά

to slaver
01

σταλάζω σάλιο, βγάζω σάλια

to let saliva flow uncontrollably from the mouth, often due to excitement or hunger
Intransitive
to slaver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slaver
γ΄ ενικό πρόσωπο
slavers
ενεστώτα μετοχή
slavering
απλός αόριστος
slavered
παθητική μετοχή
slavered
Παραδείγματα
The thought of the upcoming feast made the children slaver with anticipation.
Η σκέψη του επερχόμενου γεύματος έκανε τα παιδιά να σαλιαρίζουν από προσμονή.
01

δουλεμπόρος, σκλαβοπάζαρος

a person engaged in slave trade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slavers
02

δουλέμπορος, ιδιοκτήτης δούλων

someone who holds slaves
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store