Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slave away
[phrase form: slave]
01
δουλεύω σκληρά, δουλεύω σαν σκλάβος
to work hard and persistently for a long time to get a job done or reach a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
slave
ενεστώτας
slave away
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaves away
ενεστώτα μετοχή
slaving away
απλός αόριστος
slaved away
παθητική μετοχή
slaved away
Παραδείγματα
The artist has been slaving away on the painting, striving to capture every detail with precision.
Ο καλλιτέχνης δούλευε σκληρά στον πίνακα, προσπαθώντας να καταγράψει κάθε λεπτομέρεια με ακρίβεια.



























