Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slaughterhouse
01
σφαγείο, σφαγείο ζώων
a building in which animals are killed to be later used as food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaughterhouses
Παραδείγματα
The cows were taken to the slaughterhouse yesterday.
Οι αγελάδες πήγαν στο σφαγείο χθες.
Λεξικό Δέντρο
slaughterhouse
slaughter
house



























