slaughterhouse
slaugh
ˈslɔ:
slaw
ter
house
ˌhaʊs
haws

Ορισμός και σημασία του "slaughterhouse"στα αγγλικά

Slaughterhouse
01

σφαγείο, σφαγείο ζώων

a building in which animals are killed to be later used as food 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slaughterhouses
Παραδείγματα
The cows were taken to the slaughterhouse yesterday. 

Οι αγελάδες πήγαν στο σφαγείο χθες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slaughterhouse

slaughter

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store