Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muddle up
01
μπερδεύω, ανακατεύω
to confuse or mix two or more things or people together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
muddle
ενεστώτας
muddle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddles up
ενεστώτα μετοχή
muddling up
απλός αόριστος
muddled up
παθητική μετοχή
muddled up
Παραδείγματα
I always muddle up their names.
Πάντα μπερδεύω τα ονόματά τους.
02
μπερδεύω, ανακατεύω
to cause something to become confusing or disorganized
Παραδείγματα
The accident muddled up the traffic flow for hours.
Το ατύχημα μπέρδεψε τη ροή της κυκλοφορίας για ώρες.



























