to muddle up
mu
ˈmʌ
ma
ddle
dəl
dēl
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "muddle up"στα αγγλικά

to muddle up
01

μπερδεύω, ανακατεύω

to confuse or mix two or more things or people together 
to muddle up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
muddle
ενεστώτας
muddle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddles up
ενεστώτα μετοχή
muddling up
απλός αόριστος
muddled up
παθητική μετοχή
muddled up
Παραδείγματα
I always muddle up their names. 

Πάντα μπερδεύω τα ονόματά τους.

02

μπερδεύω, ανακατεύω

to cause something to become confusing or disorganized 
Παραδείγματα
The accident muddled up the traffic flow for hours. 

Το ατύχημα μπέρδεψε τη ροή της κυκλοφορίας για ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store