Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flick through
[phrase form: flick]
01
ξεφυλλίζω γρήγορα, πετάω μια γρήγορη ματιά
to quickly browse through the pages of a book, magazine, or other document without reading it thoroughly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
flick
ενεστώτας
flick through
γ΄ ενικό πρόσωπο
flicks through
ενεστώτα μετοχή
flicking through
απλός αόριστος
flicked through
παθητική μετοχή
flicked through
Παραδείγματα
Instead of reading it thoroughly, he preferred to flick through the newspaper for headlines.
Αντί να το διαβάσει προσεκτικά, προτίμησε να ξεφυλλίσει την εφημερίδα για τους τίτλους.
02
αλλάζω γρήγορα τα κανάλια, σερφάρω στα κανάλια
to rapidly change television channels to check what programs are currently broadcasting
Παραδείγματα
The kids enjoyed flicking through the cartoon channels to find their favorite shows.
Τα παιδιά απολάμβαναν να πετάνε τα κανάλια των καρτούν για να βρουν τις αγαπημένες τους εκπομπές.



























