Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cram into
[phrase form: cram]
01
στριμώχνομαι σε, σφύζω σε
(of a lot of people or animals) to attempt to fit into a densely packed environment or a limited space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
cram
ενεστώτας
cram into
γ΄ ενικό πρόσωπο
crams into
ενεστώτα μετοχή
cramming into
απλός αόριστος
crammed into
παθητική μετοχή
crammed into
Παραδείγματα
Tourists began to cram into the historic museum, eager to explore its exhibits.
Οι τουρίστες άρχισαν να συνωθούνται στο ιστορικό μουσείο, ανυπόμονοι να εξερευνήσουν τις εκθέσεις του.



























