Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cram into
01
στριμώχνομαι σε, σφύζω σε
(of a lot of people or animals) to attempt to fit into a densely packed environment or a limited space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
cram
ενεστώτας
cram into
γ΄ ενικό πρόσωπο
crams into
ενεστώτα μετοχή
cramming into
απλός αόριστος
crammed into
παθητική μετοχή
crammed into
Παραδείγματα
As the doors opened, passengers started to cram into the already crowded subway car during rush hour.
Καθώς άνοιγαν οι πόρτες, οι επιβάτες άρχισαν να σφύζουν στο ήδη γεμάτο βαγόνι του μετρό κατά τις ώρες αιχμής.



























