Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat up on
01
κριτικάρω άδικα και σκληρά, κακοποιώ λεκτικά
to unfairly and harshly criticize someone for something
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats up on
ενεστώτα μετοχή
beating up on
απλός αόριστος
beat up on
παθητική μετοχή
beaten up on
Παραδείγματα
The coach was frustrated and began beating up on the team for their poor performance.
Ο προπονητής ήταν απογοητευμένος και άρχισε να κριτικάρει σκληρά την ομάδα για την κακή απόδοσή τους.
02
δέρνω, ξυλοφορτώνω
to cause physical harm by repeatedly hitting or kicking someone or something
Dialect
American
Παραδείγματα
He was hospitalized after being beaten up on by a group of strangers during the night.
Νοσηλεύτηκε αφού χτυπήθηκε από μια ομάδα αγνώστων κατά τη διάρκεια της νύχτας.



























