Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat up on
[phrase form: beat]
01
κριτικάρω άδικα και σκληρά, κακοποιώ λεκτικά
to unfairly and harshly criticize someone for something
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats up on
ενεστώτα μετοχή
beating up on
απλός αόριστος
beat up on
παθητική μετοχή
beaten up on
Παραδείγματα
Instead of beating up on each other, let's find solutions to the problems at hand.
Αντί να κριτικάρουμε σκληρά ο ένας τον άλλον, ας βρούμε λύσεις στα τρέχοντα προβλήματα.
02
δέρνω, ξυλοφορτώνω
to cause physical harm by repeatedly hitting or kicking someone or something
Dialect
American
Παραδείγματα
The gang members decided to beat up on the unsuspecting victim late at night.
Τα μέλη της συμμορίας αποφάσισαν να δείρουν το αφύλακτο θύμα αργά τη νύχτα.



























