Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bash about
01
καταστρέφω, βλάπτω
to cause damage to something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
about
βασικό ρήμα
bash
ενεστώτας
bash about
γ΄ ενικό πρόσωπο
bashes about
ενεστώτα μετοχή
bashing about
απλός αόριστος
bashed about
παθητική μετοχή
bashed about
Παραδείγματα
The kids bashed the pinata about until the candies fell out.
Τα παιδιά χτύπησαν άτακτα την πινιάτα μέχρι να πέσουν οι καραμέλες.



























