Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bash about
[phrase form: bash]
01
καταστρέφω, βλάπτω
to cause damage to something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
about
βασικό ρήμα
bash
ενεστώτας
bash about
γ΄ ενικό πρόσωπο
bashes about
ενεστώτα μετοχή
bashing about
απλός αόριστος
bashed about
παθητική μετοχή
bashed about
Παραδείγματα
The gang members bashed the rival gang members about during the confrontation.
Τα μέλη της συμμορίας χτύπησαν τα μέλη της αντιπάλου συμμορίας κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης.



























