Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misattribute
01
λανθασμένη απόδοση, εσφαλμένη καταγραφή
to incorrectly state what or who created or caused something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misattribute
γ΄ ενικό πρόσωπο
misattributes
ενεστώτα μετοχή
misattributing
απλός αόριστος
misattributed
παθητική μετοχή
misattributed
Παραδείγματα
He was criticized for misattributing the data to a faulty source in his report.
Κριτικάστηκε για την λανθασμένη απόδοση των δεδομένων σε μια ελαττωματική πηγή στην αναφορά του.
Λεξικό Δέντρο
misattribute
attribute



























