Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misattribute
01
λανθασμένη απόδοση, εσφαλμένη καταγραφή
to incorrectly state what or who created or caused something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misattribute
γ΄ ενικό πρόσωπο
misattributes
ενεστώτα μετοχή
misattributing
απλός αόριστος
misattributed
παθητική μετοχή
misattributed
Παραδείγματα
The professor accidentally misattributed the quote to the wrong author.
Ο καθηγητής κατά λάθος απέδωσε εσφαλμένα τη φράση σε λάθος συγγραφέα.
Λεξικό Δέντρο
misattribute
attribute



























