Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misapply
01
εφαρμόζω λάθος, καταχρώμαι
apply to a wrong thing or person; apply badly or incorrectly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misapply
γ΄ ενικό πρόσωπο
misapplies
ενεστώτα μετοχή
misapplying
απλός αόριστος
misapplied
παθητική μετοχή
misapplied
Λεξικό Δέντρο
misapply
apply



























