Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrape through
[phrase form: scrape]
01
τα καταφέρνω μετά βίας, περνώ με το ζόρι
to succeed in doing something that requires great effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
scrape
ενεστώτας
scrape through
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrapes through
ενεστώτα μετοχή
scraping through
απλός αόριστος
scraped through
παθητική μετοχή
scraped through
Παραδείγματα
They barely scraped through the auditions and got the last roles in the play.
Μόλις πέρασαν τις ακροάσεις και πήραν τους τελευταίους ρόλους στο έργο.



























