Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrape through
01
τα καταφέρνω μετά βίας, περνώ με το ζόρι
to succeed in doing something that requires great effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
scrape
ενεστώτας
scrape through
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrapes through
ενεστώτα μετοχή
scraping through
απλός αόριστος
scraped through
παθητική μετοχή
scraped through
Παραδείγματα
The student had to scrape through the semester by submitting assignments at the last minute.
Ο φοιτητής έπρεπε να παλέψει για να περάσει το εξάμηνο υποβάλλοντας τις εργασίες την τελευταία στιγμή.



























