Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bode
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to be an omen or indication of a future outcome, often suggesting something negative or ominous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bode
γ΄ ενικό πρόσωπο
bodes
ενεστώτα μετοχή
boding
απλός αόριστος
boded
παθητική μετοχή
boded
Παραδείγματα
Her absence from the team meetings has boded poorly for her chances of promotion.
Η απουσία της από τις συναντήσεις της ομάδας προμηνύει άσχημα για τις πιθανότητες προαγωγής της.



























