to bode
Pronunciation
/ˈboʊd/

Ορισμός και σημασία του "bode"στα αγγλικά

to bode
01

προμηνύω, προαναγγέλλω

to be an omen or indication of a future outcome, often suggesting something negative or ominous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bode
γ΄ ενικό πρόσωπο
bodes
ενεστώτα μετοχή
boding
απλός αόριστος
boded
παθητική μετοχή
boded
Παραδείγματα
Her absence from the team meetings has boded poorly for her chances of promotion.
Η απουσία της από τις συναντήσεις της ομάδας προμηνύει άσχημα για τις πιθανότητες προαγωγής της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store