Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bode
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to be an omen or indication of a future outcome, often suggesting something negative or ominous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bode
γ΄ ενικό πρόσωπο
bodes
ενεστώτα μετοχή
boding
απλός αόριστος
boded
παθητική μετοχή
boded
Παραδείγματα
The dark clouds bode ill for our picnic plans.
Τα σκοτεινά σύννεφα προμηνύουν κακό για τα πικνικ μας.



























