Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang on to
01
κρατιέμαι από, κρατάω με αποφασιστικότητα
to keep something with effort or determination
Transitive: to hang on to an abstract possession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs on to
ενεστώτα μετοχή
hanging on to
απλός αόριστος
hung on to
παθητική μετοχή
hung on to
Παραδείγματα
Despite the company's changes, he is determined to hang on to his job.
Παρά τις αλλαγές στην εταιρεία, είναι αποφασισμένος να κρατηθεί της δουλειάς του.
02
κρατιέμαι από, φυλάω σαν θησαυρό
to keep a strong emotional or mental connection to something, such as memories, feelings, values, etc.
Transitive: to hang on to a thought or emotion
Παραδείγματα
Even though we live far apart now, I will always hang on to the cherished memories of our childhood.
Αν και τώρα ζούμε μακριά, θα κρατιέμαι πάντα από τις πολύτιμες αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας.
03
κρατιέμαι σφιχτά, κρατάω γερά
to physically hold or retain possession of something securely and firmly
Παραδείγματα
During the turbulence, the passengers were advised to hang on tightly to their seats.
Κατά την αναταραχή, οι επιβάτες συμβουλεύτηκαν να κρατηθούν σφιχτά στις θέσεις τους.



























