Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang on to
01
κρατιέμαι από, κρατάω με αποφασιστικότητα
to keep something with effort or determination
Transitive: to hang on to an abstract possession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs on to
ενεστώτα μετοχή
hanging on to
απλός αόριστος
hung on to
παθητική μετοχή
hung on to
Παραδείγματα
The old man was determined to hang on to his independence and refused to move into a nursing home.
Ο γέρος ήταν αποφασισμένος να κρατηθεί της ανεξαρτησίας του και αρνήθηκε να μετακομίσει σε γηροκομείο.
02
κρατιέμαι από, φυλάω σαν θησαυρό
to keep a strong emotional or mental connection to something, such as memories, feelings, values, etc.
Transitive: to hang on to a thought or emotion
Παραδείγματα
Despite the distance, they promised to hang on to the deep connection they felt for each other.
Παρά την απόσταση, υποσχέθηκαν να κρατηθούν της βαθιάς σύνδεσης που αισθάνονταν ο ένας για τον άλλο.
03
κρατιέμαι σφιχτά, κρατάω γερά
to physically hold or retain possession of something securely and firmly
Παραδείγματα
The toddler giggled as he hung on to his father's leg, refusing to let go.
Το μωρό γέλασε ενώ κρεμόταν από το πόδι του πατέρα του, αρνούμενο να αφήσει.



























