Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intrigued
01
περιέργεια, γοητευμένος
wanting to know more about something because it seems very interesting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intrigued
συγκριτικός βαθμός
more intrigued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The audience was intrigued by the artist's unconventional approach to painting, eager to learn more about her creative process.
Το κοινό ενδιαφέρθηκε από την ασυνήθιστη προσέγγιση της καλλιτέχνη στη ζωγραφική, ανυπόμονο να μάθει περισσότερα για τη δημιουργική της διαδικασία.
Λεξικό Δέντρο
intrigued
intrigue



























