Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amount to
01
ανέρχομαι σε, φτάνω
to reach a specified total when different amounts are added together
Transitive: to amount to a number
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
amount
ενεστώτας
amount to
γ΄ ενικό πρόσωπο
amounts to
ενεστώτα μετοχή
amounting to
απλός αόριστος
amounted to
παθητική μετοχή
amounted to
Παραδείγματα
The costs of the project amount to $10,000 when you consider all the expenses.
Το κόστος του έργου ανέρχεται σε 10.000 $ όταν λαμβάνονται υπόψη όλα τα έξοδα.
02
ισοδυναμώ με, σημαίνει
to have the same meaning or effect as something else
Transitive: to amount to sth
Παραδείγματα
His actions amounted to a clear apology, even though he didn't say the words.
Οι πράξεις του ισοδυναμούσαν με μια σαφή συγγνώμη, παρόλο που δεν είπε τις λέξεις.



























