Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amour
01
εραστής
a secret and unlawful sexual relationship usually one or both partners are married to other people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
amours



























