amorality
a
ˌeɪ
ει
mo
μα
ra
ˈræ
ραι
li
λα
ty
ti
τι
irrealityanimalityrascalitysociality

Ορισμός και σημασία του "amorality"στα αγγλικά

01

αμοραλισμός, έλλειψη ηθικής

the state of lacking any moral sense, principles, or concern for right and wrong 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The novel explores the amorality of life in a corrupt city. 

Το μυθιστόρημα εξερευνά την ανηθικότητα της ζωής σε μια διεφθαρμένη πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

amorality
amor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store