Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ampere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amperes
Παραδείγματα
The circuit was designed to handle a maximum current of 10 amperes to ensure safety.
Το κύκλωμα σχεδιάστηκε για να χειρίζεται ένα μέγιστο ρεύμα 10 αμπέρ για να διασφαλιστεί η ασφάλεια.
02
ιστορικό αμπέρ, παλιό αμπέρ
a historical unit of electric current, slightly smaller than the SI ampere
Παραδείγματα
Experiments from the 19th century measured current in old-style amperes.
Τα πειράματα του 19ου αιώνα μετρούσαν το ρεύμα σε παλαιού τύπου αμπέρ.
Λεξικό Δέντρο
amperage
ampere



























