to self-medicate
self
sɛlf
self
me
mɛ
me
di
dɪ
di
cate
keɪt
keit

Ορισμός και σημασία του "self-medicate"στα αγγλικά

to self-medicate
01

αυτοθεραπεύομαι, θεραπεύω τον εαυτό μου χωρίς την άδεια του γιατρού

to attempt to medicate oneself without the doctor's permission 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
self-medicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
self-medicates
ενεστώτα μετοχή
self-medicating
απλός αόριστος
self-medicated
παθητική μετοχή
self-medicated

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store