Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concussed
01
ζαλισμένος, λιποθυμισμένος
temporarily dizzy or unconscious after a bump, blow, or jolt to the head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concussed
συγκριτικός βαθμός
more concussed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, injury, state
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
concussed
concuss



























