concussed
Pronunciation
/kənkˈʌst/

Ορισμός και σημασία του "concussed"στα αγγλικά

01

ζαλισμένος, λιποθυμισμένος

temporarily dizzy or unconscious after a bump, blow, or jolt to the head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concussed
συγκριτικός βαθμός
more concussed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store