Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superspreader
01
υπερδιασπείρων, υπερμολυσματικός
someone who spreads a contagious disease to a very large number of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superspreaders



























