Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supersede
01
αντικαθιστώ, υπερκαλύπτω
to take something or someone's position or place, particularly due to being more effective or up-to-date
Παραδείγματα
She has been promoted to supersede her predecessor in the management role.
Προβιβάστηκε για να αντικαταστήσει τον προκάτοχό της στο ρόλο της διοίκησης.
Λεξικό Δέντρο
supersedure
supersession
supersede



























