Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supersede
01
αντικαθιστώ, υπερκαλύπτω
to take something or someone's position or place, particularly due to being more effective or up-to-date
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supersede
γ΄ ενικό πρόσωπο
supersedes
ενεστώτα μετοχή
superseding
απλός αόριστος
superseded
παθητική μετοχή
superseded
Παραδείγματα
The new company guidelines will supersede the outdated policies from last year.
Οι νέες οδηγίες της εταιρείας θα αντικαταστήσουν τις ξεπερασμένες πολιτικές του περασμένου έτους.
Λεξικό Δέντρο
supersedure
supersession
supersede



























