to supersede
su
ˈsu:
soo
per
sede
ˌsi:d
sid
intercedeoverfeedstampedeguaranteed

Ορισμός και σημασία του "supersede"στα αγγλικά

to supersede
01

αντικαθιστώ, υπερκαλύπτω

to take something or someone's position or place, particularly due to being more effective or up-to-date 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supersede
γ΄ ενικό πρόσωπο
supersedes
ενεστώτα μετοχή
superseding
απλός αόριστος
superseded
παθητική μετοχή
superseded
Παραδείγματα
The new company guidelines will supersede the outdated policies from last year. 

Οι νέες οδηγίες της εταιρείας θα αντικαταστήσουν τις ξεπερασμένες πολιτικές του περασμένου έτους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store