Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supersede
01
αντικαθιστώ, υπερκαλύπτω
to take something or someone's position or place, particularly due to being more effective or up-to-date
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supersede
γ΄ ενικό πρόσωπο
supersedes
ενεστώτα μετοχή
superseding
απλός αόριστος
superseded
παθητική μετοχή
superseded
Παραδείγματα
She has been promoted to supersede her predecessor in the management role.
Προβιβάστηκε για να αντικαταστήσει τον προκάτοχό της στο ρόλο της διοίκησης.
Λεξικό Δέντρο
supersedure
supersession
supersede



























